Τολμηρή απόφαση να αποδώσει κανείς θεατρικά το λόγο του Τζόζεφ Κόνραντ. Ενός συγγραφέα που, όπως συμβαίνει κάποιες φορές σε όσους επιδίδονται στη λογοτεχνία σε μια γλώσσα διαφορετική από τη μητρική τους, ωθεί το λόγο του ως την εκζήτηση, ώσπου –όπως μόνο οι μεγάλοι δεξιοτέχνες επιτυγχάνουν- το ύφος και το ιδιόλεκτο να ταυτιστούν με το περιεχόμενο. Η τόλμη της επιλογής όμως συνίσταται σε κάτι ακόμη: στην ενασχόληση με ένα μη θεατρικό κείμενο, το οποίο παρουσιάζει ένα μεγάλο αριθμό από δυσκολίες, από το ότι πρόκειται για μια μακροσκελή αφήγηση, μέχρι το γεγονός ότι επί της ουσίας δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα.

Και όμως, το φαινομενικά σχεδόν αδύνατο στοίχημα κερδήθηκε θριαμβευτικά. Ο Γιώργος Σίμωνας τόλμησε μια αφήγηση διασπασμένη σε τρεις πηγές –από τους ηθοποιούς επί σκηνής, από μια φωνή off, αλλά και από κάρτες υπότιτλων που θυμίζουν την εποχή του βωβού κινηματογράφου, και πέτυχε το ακατόρθωτο: το να καταστεί συναρπαστικό ένα κείμενο όπου απουσιάζει η δράση. Ο ίδιος ο συγγραφέας, αφαιρεί σοφά από το κείμενό του κάθε εξωτισμό που αφορά τη ζωή του ναυτικού, την οποία επί χρόνια έζησε ο ίδιος: ούτε εξιδανικεύσεις, ούτε και παρουσία του φετίχ, της μυθοποίησης των μακρινών ταξιδιών, του αισθησιασμού της. Κυρίαρχη στη «Γραμμή σκιάς», αλλά και στα περισσότερα άλλα έργα του, η μοίρα του κεντρικού προσώπου που κινείται μεταξύ επιβεβλημένης από τις συνθήκες μοναξιάς και ηθελημένης μόνωσης. Η πορεία του ήρωα που φτάνει κάπου όπου δεν γνωρίζει κανέναν, έρχεται εκ των πραγμάτων κοντά με ανθρώπους που θα γίνουν οι σύντροφοί του και μαζί θα αγωνιστούν για την επιβίωσή τους, και στο τέλος αποχωρεί για να συνεχίσει το μοναχικό του δρόμο.

Η παγίδα του ρεαλισμού, από την άλλη, που έρχεται τόσο λόγω του ίδιου του κειμένου, όσο και της χωροχρονικής συνθήκης που αυτό εγκαθιδρύει, αποφεύγεται και υπονομεύεται ευφυώς όχι μόνο από τον κατακερματισμό της αφήγησης, αλλά και από κάποιες άλλες επιλογές: καταλυτική η παρουσία των δύο γυναικών, που καταργεί την αυστηρή, αποκλειστικά ανδροκρατούμενη φυλή των θαλασσινών του Κόνραντ. Το ίδιο και η διάσπαση, η αποσπασματικότητα του σκηνικού χώρου, που καταργώντας την ασφυκτική επαναληπτικότητα των συγκεκριμένων σημείων του καραβιού όπου βρίσκονται οι ναυτικοί, κατορθώνει να εντείνει την κλειστοφοβική τους  αίσθηση.

Νευραλγικής σημασίας η επιλογή της διανομής, που με αφοσίωση έφερε ιδανικά εις πέρας ένα εγχείρημα εξαιρετικά απαιτητικό.

Ο Δημήτρης Ντάσκας –αγνώριστος σχεδόν- αποτελεί ένα πολύτιμο συνεργάτη, ένα εργαλείο ακριβείας για κάθε σκηνοθέτη που έχει την τύχη- αλλά και τη διορατικότητα- να τον επιλέξει για συνεργάτη του.

Ο Γιώργος Τζαβάρας και ο Μιχάλης Ζαχαρίας μοιάζουν να ανήκουν a priori, ανέκαθεν στο σύμπαν του Κόνραντ. Επιτυγχάνουν το ιδανικό ζητούμενο κάθε θεατρικής ερμηνείας: να μη θυμίζει σε τίποτα ερμηνεία.

Ο Γιάννης Λεάκος διπλασιάζει τις επιτυχημένες του ερμηνείες φέτος –μαζί με αυτή στον εξαιρετικό «Ήλιο με δόντια»- και καταθέτει τα διαπιστευτήριά του ως μια από τις σημαντικές υποκριτικές δυνάμεις της γενιάς του.

Σημαντική σαιζόν και για τη Γεωργία Σωτηριανάκου: μετά το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα», πραγματοποιεί μια δεύτερη ερμηνεία υψηλής εσωτερικότητας και ακρίβειας. Η κηδεία στη θάλασσα πραγματώνεται μέσα στο βλέμμα της. θριαμβεύει με το ελάχιστο. Και κάτι ακόμα, που στα δικά μου μάτια αποτελεί ένδειξη υψηλού σκηνικού ήθους: ουδέποτε χρησιμοποιεί θεατρικά –δεν «πουλάει», που λέμε- τη σπάνια, ξεχωριστή ομορφιά της. Μια ηθοποιός που σε κάνει να αναμένεις με λαχτάρα το επόμενο βήμα, την επόμενη κατάθεσή της.

Με χαρά ανακάλυψα την Ιωάννα Σίσκου. Ακόμα μια ευφρόσυνη απόδειξη πως στους νεώτερους ηθοποιούς υπάρχουν άνθρωποι διαβασμένοι, με αφοσίωση και σκέψη πάνω στη δουλειά τους. Σκοπεύω να παρακολουθώ την εξέλιξή της.

Το ηχητικό περιβάλλον που δημιούργησε η Τόνια Ράλλη, συνέβαλε τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα μιας παράστασης που είναι πρώτα απ’ όλα ατμόσφαιρα.

Ο Γιώργος Σίμωνας έχει ακολουθήσει από καιρό μια πορεία προσωπική, με εντιμότητα, καθαρό βλέμμα και στόχευση. Το σημαντικότερο είναι πως δείχνει να εξελίσσεται, κατανοώντας τις όποιες αστοχίες του παρελθόντος και προχωρώντας μπροστά. Έτσι εξηγώ το γεγονός πως έφτασε ως τη «Γραμμή σκιάς» την πληρέστερη και ακριβέστερη μέχρι τώρα δουλειά του –ένα αληθινό διαμαντάκι.

Θα αποτολμήσω μια ακόμα –ενδεχομένως αυθαίρετη- σκέψη. Ερήμην του ιδιοφυούς δημιουργού της, η «Γραμμή σκιάς», περιγράφοντας τον ομαδικό αγώνα μιας απομονωμένης ομάδας ανθρώπων ενάντια στις τροπικές ασθένειες, τη δαιμονική αδράνεια που επιφέρει η άπνοια, αλλά και της απόλυτης έλλειψης οποιασδήποτε εξωτερικής επαφής ή βοήθειας, λειτουργεί και ως αλληγορία για την επιλογή –και τη μοίρα;- κάθε ομάδας θεάτρου, που τα μέλη της δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από κανέναν: το μόνο που έχουν είναι ο ένας τον άλλο, την ομαδικότητα και την ανταλλαγή μεταξύ τους, τη συνομωσία τους εναντίον όλου του υπόλοιπου κόσμου. Και με αυτή την ευκαιρία, ας μου επιτραπεί να ευχηθώ χρόνια πολλά στην Ομάδα Νοσταλγία, που με πίστη, εμμονή και διάρκεια, συνεχίζει επί τόσο καιρό την πορεία της, και εορτάζει τα 25 χρόνια από την ίδρυσή της με μια σημαντική καλλιτεχνική επιτυχία.

 

«Η γραμμή σκιάς» του Τζόζεφ Κόνραντ θα παίζεται στο θέατρο Rabbithole ως και τις 15 Απριλίου. Σκηνοθεσία / Διασκευή / Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Σίμωνας. Μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός. Μουσική Σύνθεση / Πιάνο: Τώνια Ράλλη (Here, Dragon). Κινησιολογία / Βοηθός σκηνοθέτη / Βοηθός δραματουργού: Άννα Ανουσάκη. Ενδυματολογία: Γκέλυ Γκότση. Σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας, Socos. Φωτισμοί: Γιώργος Βλαχονικολός, Ελεάννα Γιασεμή. Ηχογραφήσεις / Sound Design: Γιάννης Σκανδάμης. Video / Mapping / Σχεδιασμός Υπέρτιτλων: Παναγιώτης Λαμπής. Φωτογραφίες: Μαρία Τούλτσα. Ερμηνεία: Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Ντάσκας, Γιώργος Τζαβάρας, Μιχάλης Ζαχαρίας, Γεωργία Σωτηριανάκου, Ιωάννα Σίσκου. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια: Η γραμμή σκιάς | Εισιτήρια online! | More.com